Σοβαρές επιπτώσεις για τον ελαιοκομικό τομέα μπορεί να φέρει η νέα ΚΑΠ, σύμφωνα με τον Βασίλη Πυργιώτη, αντιπρόεδρο της Ομάδας Εργασίας ελαιολάδου και επιτραπέζιας ελιάς της Copa-Cogeca. Όπως επισημαίνει σε συνέντευξή του στον ΑγροΤύπο, οι αλλαγές που προωθούνται μπορούν να αξιοποιηθούν μόνο εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν κινδύνους που δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Ο κ. Πυργιώτης τονίζει ότι η συζήτηση για τη νέα ΚΑΠ γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο ευρωπαϊκός και ο ελληνικός ελαιοκομικός τομέας βρίσκονται ήδη υπό έντονη πίεση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παράγει περίπου το 60% του παγκόσμιου ελαιολάδου, όμως ο ανταγωνισμός από τρίτες χώρες ενισχύεται συνεχώς. Τυνησία, Μαρόκο και Τουρκία επενδύουν μαζικά στην παραγωγή και στις εξαγωγές, με κόστος που δεν συγκρίνεται με το ευρωπαϊκό και συχνά χωρίς να εφαρμόζονται τα ίδια περιβαλλοντικά και ποιοτικά πρότυπα.
Την ίδια στιγμή, η κλιματική αλλαγή επηρεάζει ήδη την παραγωγή. Τα έτη 2022, 2023 και 2024 καταγράφονται ως ιδιαίτερα δύσκολα για τον τομέα, με χαμηλές αποδόσεις, ξηρασία και ακραία φαινόμενα. Η τάση αυτή, όπως σημειώνει, δεν δείχνει να αναστρέφεται.
Στην Ελλάδα, τα προβλήματα γίνονται ακόμη πιο έντονα λόγω του μικρού και κατακερματισμένου κλήρου, της νησιωτικότητας, της έλλειψης εργατικών χεριών και της γήρανσης του αγροτικού πληθυσμού. Ο Έλληνας ελαιοπαραγωγός, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν αντιμετωπίζει έναν μόνο κίνδυνο, αλλά πολλούς ταυτόχρονα.
Η νέα ΚΑΠ για την περίοδο 2028–2034, όπως παρουσιάστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Ιούλιο του 2025, δεν αποτελεί απλή τεχνική αναθεώρηση, αλλά ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο οργάνωσης της πολιτικής. Κεντρικό σημείο είναι η μετάβαση από τα Στρατηγικά Σχέδια της ΚΑΠ σε ένα νέο πλαίσιο Εθνικών και Περιφερειακών Σχεδίων Εταιρικής Σχέσης.
Στην πράξη, όπως εξηγεί ο κ. Πυργιώτης, η αλλαγή αυτή απομακρύνει την Ευρώπη από μια πραγματικά κοινή αγροτική πολιτική και οδηγεί σε ένα σύστημα όπου η εφαρμογή θα καθορίζεται σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Αυτό δίνει μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη μέλη, αλλά μειώνει τις κοινές εγγυήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Για τον ελαιοκομικό τομέα, μία από τις βασικές αλλαγές είναι η κατάργηση του δεσμευμένου προϋπολογισμού για τα προγράμματα ΟΕΦ, δηλαδή για τις Οργανώσεις Ελαιουργικών Φορέων. Καταργείται το υφιστάμενο πλαίσιο στήριξης του Άρθρου 88, χωρίς σαφή πρόβλεψη για την αντικατάστασή του στο νέο σύστημα.
Ο κ. Πυργιώτης υπενθυμίζει ότι πρόκειται για εγγυημένο ετήσιο προϋπολογισμό 10,6 εκατ. ευρώ για την Ελλάδα, 34,6 εκατ. ευρώ για την Ιταλία και περίπου μισού εκατομμυρίου ευρώ για τη Γαλλία. Με τη νέα πρόταση, η στήριξη περνά από μια τομεακή προσέγγιση σε ένα πιο οριζόντιο μοντέλο, όπου όλες οι παρεμβάσεις θα εντάσσονται σε έναν κοινό «κουμπαρά».
Αυτό σημαίνει ότι ο ελαιοκομικός τομέας θα καλείται να ανταγωνιστεί άλλους τομείς για τους ίδιους πόρους, χωρίς σαφείς εγγυήσεις για το ύψος και τη συνέχεια της χρηματοδότησης. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί αβεβαιότητα για τις ΟΕΦ και για τους παραγωγούς που στηρίζονται στη συλλογική οργάνωση.
Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή αφορά το επίπεδο στήριξης των Οργανώσεων Παραγωγών. Η ενωσιακή συνεισφορά περιορίζεται στο 4,1% έως 5% της εμπορευθείσας αξίας, ενώ στο υφιστάμενο πλαίσιο έφτανε έως και το 30% και, ακόμη και μετά τη σταδιακή μείωση, παρέμενε σε επίπεδα που επέτρεπαν τον σχεδιασμό και τη λειτουργία των Οργανώσεων.
Σύμφωνα με τον κ. Πυργιώτη, αυτή δεν είναι απλώς μια μείωση, αλλά αλλαγή που περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα των Οργανώσεων να σχεδιάζουν επενδύσεις, να συγκεντρώνουν την προσφορά και να ενισχύουν τη θέση των παραγωγών στην αγορά. Για την Ελλάδα, όπου η συλλογική οργάνωση βρίσκεται ακόμη σε φάση ενίσχυσης, μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να ανακόψει τη δυναμική που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια.
Οι επιπτώσεις, όπως τις περιγράφει, αφορούν τόσο τον παραγωγό όσο και τον ίδιο τον τομέα. Πρώτος κίνδυνος είναι η άνιση στήριξη μεταξύ κρατών μελών. Όταν η πολιτική αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών, χωρίς ισχυρές κοινές εγγυήσεις, δημιουργούνται ανισορροπίες.
Δεύτερος κίνδυνος είναι η αποδυνάμωση των Οργανώσεων Παραγωγών. Οι ΟΕΦ, όπως σημειώνει, δεν είναι γραφειοκρατικές δομές, αλλά βασικό εργαλείο μέσα από το οποίο οι μικροί παραγωγοί οργανώνονται, αποκτούν συλλογική δύναμη και υλοποιούν επενδύσεις.
Για τον Έλληνα ελαιοπαραγωγό, το πλήγμα μπορεί να είναι άμεσο. Ο μεμονωμένος παραγωγός δυσκολεύεται να σταθεί μόνος του απέναντι στις αγορές, ενώ η αυξημένη πολυπλοκότητα και οι διοικητικές απαιτήσεις μπορεί να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα συμμετοχής σε εργαλεία στήριξης.
Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί και ο κίνδυνος ασυνέχειας των προγραμμάτων των ΟΕΦ το 2028, εάν καθυστερήσει η συμφωνία για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο. Ο κ. Πυργιώτης υπενθυμίζει ότι κάτι αντίστοιχο έχει ήδη φανεί στην Ελλάδα το 2023, όταν λόγω καθυστερήσεων και διοικητικών δυσλειτουργιών χάθηκε ο προϋπολογισμός του πρώτου έτους. Ακόμη και σήμερα, όπως αναφέρει, διοικητικές καθυστερήσεις επηρεάζουν την εκκαθάριση και την ομαλή λειτουργία των προγραμμάτων.
Η θέση της Ομάδας Εργασίας ελαιολάδου και επιτραπέζιας ελιάς της Copa-Cogeca είναι η διατήρηση διακριτού προϋπολογισμού για τον ελαιοκομικό τομέα. Όπως τονίζεται, η πλήρης ένταξη της στήριξης στα Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια Εταιρικής Σχέσης, χωρίς δέσμευση πόρων, δημιουργεί αβεβαιότητα. Οι παραγωγοί χρειάζονται ορατότητα, σταθερότητα και εγγυήσεις για να μπορέσουν να επενδύσουν.
Παράλληλα, η Copa-Cogeca ζητά ουσιαστική στήριξη στις Οργανώσεις Παραγωγών και όχι χρηματοδότηση σε συμβολικό επίπεδο. Το προτεινόμενο ανώτατο επίπεδο στήριξης θεωρείται χαμηλό, ιδίως για τις μικρότερες και αναδυόμενες οργανώσεις που χρειάζονται ενίσχυση για να συνεχίσουν να λειτουργούν αποτελεσματικά.
Στα αιτήματα περιλαμβάνεται επίσης η αναγνώριση και προστασία των παραδοσιακών ελαιώνων. Οι αιωνόβιοι ελαιώνες της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Ισπανίας χαρακτηρίζονται ως ζωντανά παραγωγικά οικοσυστήματα με περιβαλλοντική, κοινωνική και πολιτιστική αξία. Η νέα ΚΑΠ, σύμφωνα με τη θέση που διατυπώνεται, πρέπει να τους αντιμετωπίζει ως στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η ομάδα ζητά ακόμη στοχευμένα εργαλεία για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, μέσα από επενδύσεις για αναδιάρθρωση και εκσυγχρονισμό. Η μετάβαση σε πιο ανταγωνιστικά παραγωγικά μοντέλα απαιτεί πόρους που οι παραγωγοί δεν μπορούν να καλύψουν μόνοι τους.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην ανάγκη επικαιροποίησης των εργαλείων διαχείρισης της αγοράς. Από τα μέτρα ιδιωτικής αποθεματοποίησης έως τις τιμές αναφοράς, αρκετά εργαλεία δεν αντανακλούν πλέον την πραγματικότητα της αγοράς και πρέπει να αναθεωρηθούν.
Τέλος, ζητείται ενίσχυση των δράσεων προώθησης και ενημέρωσης για τα ευρωπαϊκά ελαιοκομικά προϊόντα, με στόχο τη διατήρηση και διεύρυνση των αγορών, αλλά και την ανάδειξη της διατροφικής και πολιτιστικής τους αξίας. Στο ίδιο πλαίσιο, θεωρείται σημαντική η ένταξη του ελαιολάδου στο Ευρωπαϊκό Σχολικό Πρόγραμμα, από το οποίο σήμερα απουσιάζει.
Ο κ. Πυργιώτης υπογραμμίζει ότι ο στόχος δεν είναι απλώς να διατηρηθεί ό,τι υπήρχε, αλλά να διασφαλιστεί ότι η μετάβαση στη νέα ΚΑΠ δεν θα δημιουργήσει αβεβαιότητα εκεί όπου απαιτείται σταθερότητα. Ο ελαιοκομικός τομέας, όπως αναφέρει, δεν χρειάζεται μόνο να επιβιώσει, αλλά να εξελιχθεί, να εκσυγχρονιστεί και να ανταγωνιστεί σε ένα πιο απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.
Το διακύβευμα, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν αφορά μόνο τη διατήρηση της παραγωγής. Αφορά το μέλλον ενός τομέα με μεγάλη ποικιλομορφία, από τον παραδοσιακό ελαιώνα της Κρήτης μέχρι τη σύγχρονη συνεταιριστική μονάδα της Ισπανίας και από τον μικρό παραγωγό σε ένα νησί του Ιονίου μέχρι τον νέο αγρότη που επενδύει στην ύπαιθρο.
Πηγή: agrotypos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου