Ιδιαίτερη προσοχή στις δαπάνες που καλύπτονται με εργόσημο χρειάζεται να δείχνουν οι αγρότες, καθώς πρόκειται για ένα από τα βασικά σημεία που εξετάζονται σε κάθε φορολογικό έλεγχο. Το εργόσημο δεν αποτελεί μόνο τον τρόπο ασφάλισης του εργάτη γης, αλλά και το αποδεικτικό της αμοιβής του, άρα και το απαραίτητο παραστατικό για την αναγνώριση της σχετικής δαπάνης στα βιβλία.
Στην πράξη, η διαδικασία είναι σαφής. Ο παραγωγός συμφωνεί με τον εργάτη γης για τα μεροκάματα που θα πραγματοποιηθούν, καταβάλλει το αντίστοιχο ποσό και παραλαμβάνει τα σχετικά αποκόμματα. Το ένα χρησιμοποιείται ως παραστατικό δαπάνης για τα βιβλία, ενώ το άλλο δίνεται στον εργάτη για να εισπράξει την αμοιβή του. Ωστόσο, αυτό που συχνά συμβαίνει είναι ότι ο εργάτης πληρώνεται καθημερινά με μετρητά και τα εργόσημα αγοράζονται μαζικά στο τέλος του έτους, συνήθως μέσα στους δύο τελευταίους μήνες.
Αυτή η πρακτική, αν και από μόνη της δεν αρκεί για να απορριφθεί η δαπάνη, μπορεί να αποτελέσει στοιχείο που θα κινήσει το ενδιαφέρον του ελέγχου και θα οδηγήσει σε πιο ενδελεχή εξέταση. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση της ΔΕΔ Α 1340/2020, με την οποία δικαιώθηκε αγρότης που προσέφυγε όταν ο έλεγχος επιχείρησε να ακυρώσει εργόσημα αξίας 65.000 ευρώ, επειδή είχαν αγοραστεί όλα μαζί στις 30 Δεκεμβρίου.
Για τον λόγο αυτό, κρίσιμο στοιχείο είναι η δυνατότητα τεκμηρίωσης. Οι αγρότες καλούνται να γνωρίζουν τις ώρες εργασίας που αντιστοιχούν σε κάθε καλλιέργεια ανά στρέμμα. Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης διαθέτει σχετικό πίνακα, στον οποίο αποτυπώνεται ο ενδεικτικός χρόνος απασχόλησης ανά καλλιέργεια. Ενδεικτικά, για το βαμβάκι προβλέπονται 18 ώρες ανά στρέμμα, για το σιτάρι 2 ώρες και για τη βιομηχανική τομάτα 77,4 ώρες.
Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνεται στην αριθμ. 1415/80082/12-07-2016 απόφαση και χρησιμοποιείται από τα κατά τόπους ΚΕΠΠΕΥΛ για να προσδιορίζεται ο χρόνος απασχόλησης ενός αγρότη, προκειμένου να εκδίδεται ή όχι η βεβαίωση επαγγελματία. Μπορεί να μην αποτελεί απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών, ωστόσο στην πράξη αξιοποιείται από τους ελεγκτές ως βασική ένδειξη σύγκρισης με τα εργόσημα που έχουν αγοραστεί.
Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγοί δεν θα πρέπει να προχωρούν ανεξέλεγκτα σε αγορές εργοσήμων. Σε κάθε έλεγχο, ανεξάρτητα από τη Δ.Ο.Υ. ή τον ελεγκτή, ζητείται ο πίνακας προσδιορισμού ετήσιας απασχόλησης στην αγροτική εκμετάλλευση, ώστε να ελεγχθεί αν οι δαπάνες που δηλώνονται αντιστοιχούν σε ρεαλιστικές ανάγκες της καλλιέργειας.
Ένα απλό παράδειγμα δείχνει πώς γίνεται η σύγκριση. Σε καλλιέργεια 100 στρεμμάτων βαμβακιού, με 18 ώρες ανά στρέμμα, προκύπτουν 1.800 ώρες εργασίας. Αν αυτές διαιρεθούν με ένα οκτάωρο ημερήσιας απασχόλησης, αντιστοιχούν σε 225 εργόσημα. Με ημερομίσθιο 40 ευρώ, η συνολική δαπάνη φτάνει τα 9.000 ευρώ. Σε ένα τέτοιο επίπεδο, ακόμη και αν τα εργόσημα αγοράστηκαν σταδιακά ή όλα μαζί στις 31 Δεκεμβρίου, η δαπάνη θεωρείται συμβατή με τα δεδομένα της εκμετάλλευσης. Αντίθετα, όταν για την ίδια καλλιέργεια εμφανίζονται εργόσημα ύψους 20.000 ευρώ, τότε ο κίνδυνος να κριθούν μη παραδεκτά είναι ιδιαίτερα αυξημένος.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν μια δαπάνη συνοδεύεται από τιμολόγιο ή από τον προβλεπόμενο τύπο παραστατικού, αλλά αν μπορεί να τεκμηριωθεί στον έλεγχο ότι συνδέεται πράγματι με την αγροτική δραστηριότητα. Η ουσία βρίσκεται στην πραγματική σχέση της δαπάνης με την επιχείρηση και όχι μόνο στην τυπική ύπαρξη ενός δικαιολογητικού.
Προβληματισμός καταγράφεται και για τα ιδιωτικά συμφωνητικά στη συμβολαιακή γεωργία. Η προκαταβολική συμφωνία με τον αγοραστή, όπως επισημαίνεται, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά ζητήματα για τον παραγωγό. Έχουν υπάρξει περιπτώσεις στο παρελθόν όπου ο αγοραστής αξιοποίησε όρους της σύμβασης και δεν κατέβαλε στον παραγωγό την επιπλέον τιμή που προέκυψε στην αγορά. Για αυτό διατυπώνεται η θέση ότι η Διοίκηση θα πρέπει να καταργήσει την υποχρέωση προκαταβολικής υπογραφής, καθώς διαφορετικά αρκετοί παραγωγοί ενδέχεται να προτιμήσουν να μην μπουν σε συμβολαιακή, ακόμη και αν αυτό σημαίνει μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση, προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο απώλειας μέρους της αξίας της παραγωγής τους.
Την ίδια ώρα, το περιβάλλον των ελέγχων γίνεται ολοένα και πιο αυστηρό. Η ΑΑΔΕ έχει ενεργοποιήσει πολλαπλές διασταυρωτικές μεθόδους, γεγονός που ανεβάζει τον βαθμό ελέγχου σε κάθε συναλλαγή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι αγρότες καλούνται να είναι ιδιαίτερα ακριβείς στις κινήσεις τους και να ζητούν τιμολόγια για τα πάντα, ακόμη και για πολύ μικρές δαπάνες.
Το βασικό ζητούμενο είναι η πλήρης διασφάλιση κάθε συναλλαγής. Για τους παραγωγούς, η προτεραιότητα δεν πρέπει να είναι η διευκόλυνση του προμηθευτή ή η αποφυγή μιας μικρής ταλαιπωρίας, αλλά η δυνατότητα να αποδείξουν ανά πάσα στιγμή ότι κάθε έξοδο που καταχώρισαν αποτελεί πραγματική και νόμιμη δαπάνη της εκμετάλλευσής τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου